Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

ΤΡΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ



Της νύχτας οι αμαρτωλοί

κάθισαν ξανά μπρος σε γραφομηχανή

σαν βόλτες από κομπολόι να γράψουν ρίμες

για να χαλάσουν τις καλοκαιρινές τους πίκρες.

Μια,

δυο,

τρεις το ρολόι

βαράει αμείλικτα τις ώρες

στις γλυκές γουλιές του κοινωνικού οίνου.

Χαρούμενες μανάδες σε τρελάδικα

μεταμεσονύχτιου επισκεπτηρίου,

ξέφραγα αμπέλια τώρα τα σπίτια στην Αχαρνών

κι απ’ έξω τα περιπολικά καιροφυλακτούν

σαν Κέρβεροι του δυσεύρετου παραδείσου.


Κάτω τα χέρια.

Πάνω τα ατέλειωτα τσιγάρα,

και τραγούδια πάλι με ξεχασμένους στοίχους

σε επαρχιακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς,

σε ξυπόλητα παγκάκια της Βικτώριας,

σε καυσόξυλα καΐκια μέσα από κύματα φωτιάς.


«Εβίβα μάγκες»

εσείς που καταβροχθίζεται τα αποφάγια

της ελευθερίας των σκέψεων και των αμαρτωλών μας πράξεων,

βάρυναν τα ρολόγια μας σαν χειροπέδες γούνινες

και πηγαίνουμε

και πάμε…

(20 Ιουλίου 2005)